«γίνεσθε οὖν φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καὶ ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί» (Ματθ. 10:16)
«εἴπερ συμπάσχομεν ἵνα καὶ συνδοξασθῶμεν» (Ρωμ. 8:17)
Προς τα αγαπητά εν Χριστώ ημών τέκνα,
προς τον ιερό κλήρο, τους μοναχούς και τις μοναχές, και προς άπαντας τους πιστούς στα Μητρώα Εδάφη και στη Διασπορά,
Η ειρήνη και η ελπίς του Χριστού είησαν μετά πάντων υμών.
Εν κατακλείδι της δεκάτης έκτης συνοδικής περιόδου της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Αντιοχείας, απευθυνόμαστε σε εσάς με λόγους παραμυθίας και ελπίδος, και με αισθήματα εκτιμήσεως και ευγνωμοσύνης για την πίστη, το θάρρος και τον καθημερινό σας αγώνα ενώπιον των βαρών της ζωής, καθώς και για την προσπάθειά σας να παραμείνετε πιστοί στον Χριστό, στις οικογένειές σας και στα πρόσωπα τα οποία ο Θεός σας εμπιστεύτηκε. Αντικρίζουμε αυτήν την πιστότητα σε εκείνους οι οποίοι εμμένουν στην εργασία τους παρά τις δυσκολίες, στους γονείς οι οποίοι επωμίζονται τις μέριμνες των τέκνων τους, στους νέους οι οποίοι αγωνίζονται να οικοδομήσουν ένα αξιοπρεπές μέλλον, σε εκείνους οι οποίοι παραμένουν ριζωμένοι στη γη τους όπου δύνανται, σε εκείνους οι οποίοι αναγκάστηκαν να ξενιτευθούν και να ξεκινήσουν μία νέα ζωή, και σε καθέναν ο οποίος, ημέρα με την ημέρα, ανανεώνει την επιλογή του υπέρ της αγάπης, της πίστεως και της ελπίδος.
Επιθυμούμε δε να εκφράσουμε την εκτίμησή μας προς πάντας εκείνους οι οποίοι αναλαμβάνουν το έργο της ποιμαντικής διακονίας στις ενορίες και τις ιερέες μητροπόλεις μας: από τον κλήρο έως τα μέλη των ενοριακών συμβουλίων και επιτροπών, τις κινήσεις νεολαίας, τις αδελφότητες κυριών, και τους λοιπούς εθελοντές και εργαζομένους στους τομείς της κοινωνικής πρόνοιας, της υγείας, της παιδείας, της εκπαιδεύσεως και της κατηχήσεως. Όσα προσφέρουν, έκαστος αναλόγως της κλήσεως και των δυνατοτήτων του, σε χρόνο, κόπο, μέριμνα και θυσία, μαρτυρούν τη ζωντανή αγάπη προς την Εκκλησία, τα τέκνα Της και προς κάθε πλησίον, ιδιαιτέρως υπό συνθήκες κατά τις οποίες πολλαπλασιάζονται οι ανάγκες και περιορίζονται οι πόροι, ενώ ταυτοχρόνως αυξάνονται τα βάρη και πληθαίνουν οι πληγές.
Αναγνωρίζουμε ότι αυτή η διακονία, παρά την αφοσίωση και την αυτοθυσία που την διακρίνουν, δεν είναι πάντοτε ικανή να ανταποκριθεί σε όλες τις ανάγκες, και ότι ενδέχεται να υπάρξουν ελλείψεις ή παραλείψεις, ότι ορισμένοι πόνοι παραμένουν χωρίς επαρκή ίαση, και κάποιες φωνές δεν βρίσκουν ευήκοα ώτα στον κατάλληλο χρόνο. Η παραδοχή αυτού του γεγονότος δεν αποτελεί υποτίμηση εκείνων που διακονούν, αλλά τουναντίον, κάλεσμα σε μεγαλύτερη ταπεινοφροσύνη, συνεργασία και αυτοκριτική, και στο να αναλάβουμε από κοινού την ευθύνη για όσα δυνάμεθα να διορθώσουμε, χωρίς να επιβαρύνουμε τους διακονούντες με κρίσεις οι οποίες δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τα όρια των αντοχών και των δυνατοτήτων τους.
Η ποιμαντική μέριμνα υπό τις παρούσες συνθήκες ομοιάζει με το έργο του ιατρού, ο οποίος αντιμετωπίζει χρόνιες ασθένειες που απαιτούν παρακολούθηση, υπομονή και μακροχρόνια συμπαράσταση, καθώς και επείγουσες καταστάσεις που επιβάλλουν ταχεία παρέμβαση και ορθή κρίση. Εκείνος προσπαθεί να διακρίνει μεταξύ των αναγκών, να αξιοποιήσει τη γνώση, τις δυνατότητες και τους διαθέσιμους πόρους, και να ιεραρχήσει τις προτεραιότητες αναλόγως της σφοδρότητος του πόνου και του κατεπείγοντος της ανάγκης, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι η δύναμή του παραμένει περιορισμένη ενώπιον αυτών που καλείται να αντιμετωπίσει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο καλείται και η Εκκλησία να ποιμαίνει και να συνεχίζει την προσπάθεια χωρίς να διεκδικεί την τελειότητα, πεποιθυΐα επί της θείας χάριτος, και επί της αλληλέγγυας αγάπης μεταξύ των μελών του ενός Σώματος.
Διότι η Εκκλησία δεν ταυτίζεται μόνον με τους Ποιμένες, ούτε συνιστά απλώς ένα άθροισμα ατόμων όπου έκαστος βιώνει την πίστη του μεμονωμένα· είναι η κοινωνία πάντων των πιστών, τους οποίους συνάγει ο Χριστός και τους καλεί να είναι αδελφοί αλλήλων και μέλη ενός σώματος. Λέγει ο Απόστολος Παύλος: «ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ» (Γαλ. 6:2). Σε αυτή την κλήση έγκειται το θεμέλιο και η μορφή της ποιμαντικής διακονίας: να μετέχει έκαστος με όσα δύναται, να μεταμορφώνεται η αγάπη σε ακρόαση, συμπαράσταση και βοήθεια, ώστε ο κοπιών να βρίσκει στήριγμα, και ο διακονών να βρίσκει επίσης συμπαραστάτη. Ώστε μήτε ο έχων χρείαν να εγκαταλείπεται μόνος, μήτε ο διακονών να αφήνεται αβοήθητος ενώπιον όσων υπερβαίνουν τις δυνάμεις του.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Κύριος Ιησούς απευθύνει προς ημάς τον λόγο Του: «γίνεσθε οὖν φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καὶ ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί» (Ματθ. 10:16). Πρόκειται περί κλήσεως προς μια φρόνηση η οποία διαφυλάττει την πίστη και διακρίνει τις προτεραιότητες, προς μια ακεραιότητα η οποία διασφαλίζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, και προς ένα θάρρος το οποίο αντιμετωπίζει την πραγματικότητα χωρίς να αρνείται τις δυσκολίες της αλλά και χωρίς να υποκύπτει σε αυτές. Αποτελεί επίσης κλήση προκειμένου να διδαχθούμε από εκείνους οι οποίοι αίρουν τον ζυγό του Χριστού με πίστη, και ελαφρύνουν τα βάρη των άλλων εν σιωπή, χωρίς να λησμονούν ότι και οι ίδιοι έχουν ανάγκη από ανάπαυση και παραμυθία. Διότι ο Χριστός δεν μας υπόσχεται μια ζωή ελεύθερη από βάρη, αλλά τουναντίον μας καλεί λέγοντας: «ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς […] καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν» (Ματθ. 11:29). Και εν Αυτώ ο διακονών ευρίσκει τη δύναμή του, ο πονεμένος την παρηγορία του, και η κοινότητα την ικανότητά της να συνεχίσει την πορεία.
Πιστεύουμε ακράδαντα ότι ο αγώνας της πιστότητος, τόσο στη ζωή των πιστών όσο και στη διακονία των Ποιμένων και των εθελοντών, δεν παραμένει άκαρπος. Όπως λέγει και ο Απόστολος: «εἴπερ συμπάσχομεν ἵνα καὶ συνδοξασθῶμεν» (Ρωμ. 8:17). Ο πόνος δεν αποτελεί αυτοσκοπό, ούτε η αδικία είναι κάτι το οποίο αποδεχόμαστε, πλην όμως πιστεύουμε ότι η αγάπη η οποία υπομένει, η διακονία η οποία θυσιάζεται, και η πιστότητα η οποία ανθίσταται στις δοκιμασίες, βρίσκουν όλες το νόημά τους στον Αναστάντα εκ νεκρών Χριστό, ο Οποίος δεν επιτρέπει να απολεσθεί ο κόπος της αγάπης.
Η Αντιόχεια, τόσο στην ιστορία της όσο και στο παρόν της, αποτελεί πρωτίστως το στοίχημα μιας κοινότητος αποκλειστικά και μόνον επί του Ιησού Χριστού, πιστότητα στον λόγο και την εντολή Του, και μαρτυρία Αυτού εν μέσω πάσης περιστάσεως. Από τότε που οι μαθητές ονομάστηκαν για πρώτη φορά Χριστιανοί στην Αντιόχεια, η ισχύς της Εκκλησίας δεν έγκειτο στην κατοχή εξασφαλίσεων, αλλά στη στερεότητα της πίστεως, στη βίωση της αγάπης, και στη μαρτυρία του Χριστού εν μέσω των ιστορικών κλυδωνισμών. Ομοίως και σήμερα, μέσα στους διωγμούς, την αδικία, τον πόλεμο και τη θλίψη, όπως και στη μετανάστευση, την ξενιτιά και τις προκλήσεις της καθημερινότητας, η κλήση μας παραμένει να προσκολληθούμε στον Κύριο, να αλλήλων τα βάρη να βαστάζουμε, και να συνεχίζουμε τη διακονία του ανθρώπου αναλόγως της χάριτος, της σοφίας και των δυνατοτήτων που μας έχουν δοθεί.
Η Εκκλησία της Αντιοχείας δεν είναι μόνη της, και δεν καλείται να εγκλωβιστεί στις πληγές της, ούτε να ζήσει αιχμάλωτη του παρελθόντος της· τουναντίον, καλείται, όπου κι αν ευρίσκονται τα τέκνα της, να αποτελεί το άλας που θα νοστιμίζει την ύπαρξή τους διά της χάριτος της μαρτυρίας της πίστεώς τους, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου: «ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς» (Ματθ. 5:13). Να αποτελεί μία παρουσία που διαφυλάττει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, που προσφέρει ελπίδα στους καταπονημένους, που δημιουργεί χώρο για την αγάπη και τη συμφιλίωση, και που μαρτυρεί ότι η πίστη δεν είναι φυγή από τον κόσμο, αλλά πιστότητα στον Χριστό μέσα στην καρδιά του κόσμου. Έτσι, όσο κι αν μεταβάλλονται οι συνθήκες και απομακρύνονται οι χώρες μεταξύ τους, η Αντιόχεια παραμένει μία ενιαία κοινότητα, όχι επειδή τα τέκνα της δεν πονούν ή δεν προσκόπτουν, αλλά διότι από κοινού ανανεώνουν την ελπίδα τους στον Χριστό, μετανοούν ενώπιόν Του, και ευρίσκουν σε Αυτόν τη δύναμή, την ανάπαυση και την ελπίδα τους.
Δεόμεθα του Κυρίου να μας στερεώνει στον λόγο Του, να μας διδάσκει να βαστάζουμε αλλήλων τα βάρη, και να καταστήσει τη μαρτυρία μας προς Αυτόν ειλικρινή εν αγάπη, σταθερή εν μέσω των δοκιμασιών και καρποφόρο στη διακονία του ανθρώπου. Είθε να διαφυλάττει την Εκκλησία Του εν πίστει, ελπίδι και αγάπη.
Τω Αναστάντι εκ νεκρών Χριστώ τω Θεώ, πάσα δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Εξεδόθη υπό των Πατέρων της Ιεράς Αντιοχειανής Συνόδου
Κατά τη λήξη των εργασιών της δεκάτης έκτης συνοδικής περιόδου
Μπαλαμάντ, Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026
