Σεβασμιώτατοι Άγιοι Αρχιερείς,
Αγαπητοί εν Κυρίω αδελφοί,
Και εάν ακόμη απουσιάζουμε σωματικώς από κοντά σας, είμαστε παρόντες διά της προσευχής, συμμεριζόμενοι τη χαρά της ευλογημένης ταύτης ημέρας, κατά την οποία συμπληρώνονται ογδοήκοντα έτη από την ίδρυση του Μετοχίου της Ρωσικής Εκκλησίας στον Λίβανο.
Δεν ανακαλούμε στη μνήμη μας αυτή την επέτειο απλώς για να εξυμνήσουμε το ένδοξο παρελθόν, αλλά για να αναγνώσουμε σε αυτήν όσα μας καθοδηγούν στο παρόν μας. Στα χωριά και τις πόλεις μας υπάρχουν καμπάνες τις οποίες απέστειλε η Ρωσία στα τέλη του 19ου αιώνα· όπως δε είχαμε αναφέρει στη Μόσχα το έτος 2014, εξακολουθούν να ηχούν έως σήμερα. Και καθεμία εξ αυτών διηγείται μια ιστορία αδελφοσύνης, αρχαιότερη κατά πολλούς αιώνες από τούτο το Μετόχι. Διότι από την Αντιόχεια εξήλθε το ευαγγελικό κήρυγμα προς το Κίεβο με τον Άγιο Μιχαήλ, τον πρώτο Μητροπολίτη αυτού. Και από την Αντιόχεια εξετάθη η χείρα του Πατριάρχου Ιωακείμ Ε’ προς τη Μόσχα, συμβάλλοντας στην εδραίωση της Πατριαρχικής της αξίας.
Εν συνεχεία, η Ρωσία ανταπέδωσε την ευεργεσία με αγάπη. Από το έτος 1882, η Αυτοκρατορική Ρωσική Ορθόδοξος Παλαιστινιακή Εταιρεία ίδρυσε στον Λίβανο και τη Συρία περισσότερα από εβδομήντα σχολεία, στα οποία εκπαιδεύθηκαν περί τις δέκα χιλιάδες τέκνα μας, μεριμνώντας ιδιαιτέρως για τους πτωχούς εξ αυτών, καθώς και για τη διδασκαλία της αραβικής γλώσσας και τη χριστιανική αγωγή.
Έπειτα δε από μία διακοπή που διήρκεσε περίπου τριάντα έτη ένεκα του πολέμου και των δοκιμασιών, η συνάντηση ανανεώθηκε. Στις αρχές του έτους 1945, αντιοχειανή αντιπροσωπεία υπό τον Πατριάρχη Αλέξανδρο Γ’ –ο οποίος υπήρξε απόφοιτος της Θεολογικής Ακαδημίας Κιέβου– συμμετείχε στην ενθρόνιση του Πατριάρχου Αλεξίου Α’, ενώ τον Μάιο και τον Ιούνιο του ιδίου έτους ο Πατριάρχης Αλέξιος επεσκέφθη τον Θρόνο μας, σε μία επίσκεψη η οποία υπήρξε η πρώτη του είδους της. Το παρόν Μετόχι υπήρξε καρπός εκείνης της συναντήσεως: εγκαινιάσθηκε στη Βηρυτό τον Μάιο του 1946, ενώ το Αντιοχειανό Μετόχι επαναλειτούργησε στη Μόσχα το 1948, όπου και εδρεύει ο εν Χριστώ αδελφός μας, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φιλιππουπόλεως (Σάχμπα) κ. Νήφων (Σαϊκάλι), εκπρόσωπος της Εκκλησίας μας παρά τω Πατριάρχη Μόσχας, ο οποίος κοσμεί το αρχιερατικό του αξίωμα με την ταπεινοφροσύνη, φέρει την Αντιόχεια στην καρδιά του και βαστάζει την ευθύνη της αρχιερωσύνης του στους ώμους του. Εκτιμούμε βαθύτατα το έργο και την εγρήγορσή του, και ευχαριστούμε τον Θεό διότι αποτελεί το αγαπητικό μας πρόσωπο στην αδελφή Εκκλησία.
Επί ογδοήκοντα έτη, το Μετόχιο αυτό υπήρξε οίκος προσευχής στην εκκλησιαστική σλαβονική γλώσσα και καταφύγιο που συνάγει τα τέκνα του Πατριαρχείου Μόσχας και πασών των Ρωσιών από διάφορες χώρες, τα οποία βρήκαν στον Λίβανο μία δεύτερη πατρίδα. Και ο οίκος αυτός της προσευχής δεν θα είχε σταθεί παρά μόνο χάρη στον κόπο των Πατέρων οι οποίοι διετέλεσαν διαδοχικώς εκπρόσωποι του Πατριάρχου Μόσχας στον Αποστολικό μας Θρόνο· μνημονεύουμε, όθεν, μετά ευγνωμοσύνης τη διακονία και την άγρυπνη μέριμνά τους για την ποίμανση του Μετοχίου. Ιδιαιτέρως δε περιβάλλουμε σήμερα με αγάπη τον αδελφό μας, Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη π. Φίλιππο, εκπρόσωπο της Α.Μ. του Πατριάρχου κ.κ. Κυρίλλου στη Συρία και τον Λίβανο, ο οποίος επιτελεί την αποστολή αυτή με πιστότητα και ένθεο ζήλο, ενώνοντας τη Δαμασκό και τη Βηρυτό σε μία καρδιά και μία ενιαία διακονία. Εκφράζουμε επίσης τις ιδιαίτερες ευχαριστίες μας προς τις Ιερές Μητροπόλεις Βηρυτού και των περιχώρων, καθώς και Όρους Λιβάνου (Βύβλου και Βοτρύων), και προς τους Σεβασμιωτάτους Ποιμενάρχες αυτών, για την αγάπη και τη φιλοξενία τους.
Ένας εκ των ωραιοτέρων καρπών του Μετοχίου αυτού είναι ότι έφερε σε επαφή τα τέκνα της Αντιοχειανής μας Εκκλησίας με μεγάλους αγίους, οι οποίοι εισήλθαν στις οικίες και τις προσευχές μας, και τους οποίους έχουμε πλέον καταστήσει πρεσβευτές μας· όπως ο Όσιος Σεραφείμ του Σαρώφ, ο Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης, και ο Άγιος Λουκάς ο Ιατρός (ο Χειρουργός), ο ιατρός και ποιμενάρχης ο οποίος εγεύθη τη φυλακή και την εξορία, και στον οποίον καταφεύγουν οι ασθενείς και οι ιατροί μας. Ενώπιον των ιερών εικόνων τους ανάβουν οι κανδήλες στους ναούς και τις οικίες μας, και αναπέμπονται οι προσευχές μας εξαιτούμενες τις πρεσβείες τους στις ώρες της χαράς και της θλίψεως.
Αγαπητοί αδελφοί, η εν τη πίστει αδελφοσύνη μεταξύ Αντιοχείας και Μόσχας δεν κλονίζεται από τις χαράδρες της ιστορίας· ομοιάζει με τον οίνο της Κανά της Γαλιλαίας, τον οποίον η παλαίωση καθιστά έτι γλυκύτερο. Ας τη διαφυλάξουμε, λοιπόν, και ας την ενδυναμώσουμε διά της αμοιβαίας προσευχής και της συνεργασίας στη διακονία του πάσχοντος ανθρώπου.
Κλείνοντας τον λόγο μας, δεν μπορούμε παρά να αναπέμψουμε ευχαριστίες προς τον Μακαριώτατο εν Χριστώ αδελφό μας, Πατριάρχη κ.κ. Κύριλλο, και προς την τιμία συνοδεία του, εκπροσωπούμενη από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Βολοκολάμσκ κ. Αντώνιο, Πρόεδρο του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας, καθώς και προς άπαντα τα μέλη της αντιπροσωπείας που αφίχθησαν στον Λίβανο για να εορτάσουν το ιστορικό τούτο γεγονός. Τους ευχαριστούμε για την αγάπη τους.
Προσευχόμαστε υπέρ της ενότητος της Ρωσικής Εκκλησίας και υπέρ της ειρήνης της γης και του λαού της. Και δεόμεθα του Θεού όπως απομακρύνει εκ των Εκκλησιών μας κάθε σχίσμα και διαφυλάττει το Σώμα του Χριστού ενιαίον και αδιαίρετον. Ταις πρεσβείαις της Υπεραγίας Θεοτόκου, εφόρου και προστάτιδος του Ιερού τούτου Ναού, του Αγίου Μιχαήλ πρώτου Μητροπολίτου Κιέβου, και πάντων των Ρώσων Αγίων και Νεομαρτύρων, είθε ο Κύριος και Θεός να διαφυλάττει τον Λίβανο και την Ανατολή, και να διατηρεί τούτο το Μετόχι φάρο αγάπης και προσευχής.
