Σεβασμιώτατοι Άγιοι Αδελφοί,
Αποτελεί ιδιαίτερη χαρά για εμένα να απευθύνομαι προς υμάς κατά την έναρξη των εργασιών της παρούσης Συνόδου, η οποία αποτελεί τη σύναξη των πάντων εις Ένα. Σήμερα βρισκόμαστε εν τη παρουσία του Αγίου Θεού, τον Οποίον παρακαλούμε να ευλογήσει την Εκκλησία μας, τη μάρτυρα και μαρτυρική καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας, και ιδιαιτέρως σε αυτούς τους καιρούς κατά τους οποίους αιμορραγεί μαζί με τούτη την Ανατολή.
Συναγόμαστε σήμερα, ευρισκόμενοι ενώπιον του σταυρού μίας ιστορικής ευθύνης. Άπαντες προσδοκούν τα πάντα από την Εκκλησία, όταν οι κυβερνήσεις αδυνατούν να ανταποκριθούν σε κάποια πράγματα, τα οποία, φευ, είναι αναρίθμητα. Δεν είμαστε θαυματοποιοί, αλλά ταυτοχρόνως δεν υποκύπτουμε στην απελπισία. Εργαζόμαστε με όλη μας τη δύναμη προκειμένου να καταστούμε μάρτυρες της αγάπης του Χριστού, του αγαπήσαντος ημάς. Δεν επιζητούμε την κρίση κανενός ειμή μόνον της δεξιάς του Θεού, η οποία μας εφύτευσε εις τούτον τον τόπον. Δεν διεκδικούμε την τελειότητα, ούτε απαιτούμε την ουτοπία ούτε από εμάς ούτε από τους άλλους. Βρισκόμαστε εδώ για να θέσουμε ενώπιόν μας την πραγματικότητα της Εκκλησίας μας και να συσκεφθούμε επ’ αυτής με πνεύμα πραότητος και με το πνεύμα του Ευαγγελίου. Εν Χριστώ υπάρχει ωραιότης και αγαθότης, τις οποίες οι φλυαρίες και οι έριδες των ανθρώπων δεν δύνανται να αμαυρώσουν, είτε μέσω άδικης είτε μέσω δίκαιης κριτικής προς μία Εκκλησία η οποία δεν διεκδικεί, και ουδέποτε διεκδίκησε για τον εαυτό της, το αλάθητο ή την αναμαρτησία, καθότι τούτο ανήκει αποκλειστικά και μόνον στον Κύριο.
Η παρουσία μας σε αυτήν την Ανατολή δεν αποτελεί μία παροδική υπόθεση. Η παρουσία μας εδώ πηγάζει από τα σπλάχνα της ίδιας της χριστιανικής μας ταυτότητας. Όπως έλεγε ο μακαριστός Πατριάρχης Ιγνάτιος: «Ο Χριστός προέρχεται από τη Μέση Ανατολή. Έζησε και περπάτησε εδώ. Η Ιερουσαλήμ, η Δαμασκός, η Βηρυτός και άλλοι τόποι δεν είναι απλώς μια χούφτα χώμα. Είναι η γη της σαρκώσεως του Χριστού». Και ο μακαριστός Πατριάρχης Ηλίας Δ’ αναφέρει: «Η Αντιόχεια είναι εκείνη που περιέβαλε και έζωσε την οικουμένη με την αλήθεια της Σαρκώσεως, και είναι εκείνη που εσμίλευσε για τον κόσμο το όνομα “Χριστιανοί”, κάνοντάς το να ηχεί ως μελωδία στα χείλη των γενεών».
Τα λέγω αυτά αναλογιζόμενος την κοινωνική και εθνική μας πραγματικότητα, τόσο στην Πατρίδα όσο και στη Διασπορά. Σωρεία ζητημάτων συσσωρεύονται επί της παρούσης συνοδικής τραπέζης, η οποία αντλεί έμπνευση από το φως του ανοικτού ενώπιόν μας Ευαγγελίου· του Ευαγγελίου που αναγνώσθηκε πάνω από το κεφάλι του καθενός μας την ημέρα που κληθήκαμε να ποιμάνουμε τα λογικά πρόβατα του Χριστού. Ως Εκκλησία, προσπαθούμε να εκφέρουμε τον λόγο της αληθείας στα δημόσια ζητήματα τα οποία ενώνουν, και προσπαθούμε να απέχουμε, όσο το δυνατόν, από τους λαβυρίνθους της πολιτικής που διχάζουν. Σεβόμαστε τις πολιτικές πεποιθήσεις των τέκνων μας. Έχουμε την ιδιαιτερότητά μας στην Ανατολή, ιδίως μεταξύ Λιβάνου και Συρίας, αλλά έχουμε επίσης τον ρόλο μας στη Διασπορά. Δεν είμαστε αιχμάλωτοι της μουσειακής αντίληψης του ιστορικού παρελθόντος μας αφ’ ενός, αλλά ταυτόχρονα δεν παραβλέπουμε τον ιστορικό, ηγετικό μας ρόλο. Σταθήκαμε και θα παραμείνουμε στο πλευρό των αδελφών μας, από κάθε θρησκευτική προέλευση. Υπήρξαμε γέφυρα επικοινωνίας τις ημέρες που κυριάρχησε η γλώσσα των οδοφραγμάτων, και θα διατηρήσουμε αυτόν τον ρόλο διότι αγαπούμε αυτή τη γη και είμαστε θεματοφύλακες, επ’ αυτής, της αποστολής της αρμονικής συμβιώσεως.
Ως Ανατολίτες Αντιοχείς, η παρούσα συγκυρία απαιτεί από εμάς να σταθούμε ενωμένοι, με την αλληλεγγύη όλων των Ιερών Μητροπόλεων, ενσαρκώνοντας αυτή την αλληλεγγύη με έργα και όχι μόνο με λόγια. Και ως χριστιανοί σε τούτη την Ανατολή, οι συνθήκες επιτάσσουν να σταθούμε ενωμένοι και να αποκηρύξουμε τον προσηλυτισμό, ο οποίος παρατηρείται εδώ και εκεί υπό το πρόσχημα της ιεραποστολής και της ανθρωπιστικής βοήθειας. Απαιτεί δε από εμάς την ενίσχυση του φρονήματος της υπαγωγής στον Χριστό και την απόρριψη κάθε ακρότητας όσον αφορά την εθνοφυλετική λογική, η οποία εγκλωβίζεται γύρω από ένα συγκεκριμένο έθνος ή φυλή.
Βρισκόμαστε εδώ για να απευθυνθούμε στα τέκνα μας, στην Πατρίδα και στη Διασπορά. Αντλούμε δύναμη από εσάς, και εσείς αντλείτε δύναμη από εμάς. Η Εκκλησία της Αντιοχείας είναι μία και ενιαία, στην Πατρίδα και στη Διασπορά, παρά τις προκλήσεις που πηγάζουν από την εξάπλωσή της σε διάφορες χώρες, εν μέσω διαφορετικών πολιτισμών και παραδόσεων. Εξ ου και η σπουδαιότητα της ενισχύσεως του αντιοχειανού φρονήματος και της αντιοχειανής ταυτότητας –ως προς τη γλώσσα, τον θεολογικό στοχασμό και τη γνήσια παράδοση– η οποία αναγνωρίζει στο Μπαλαμάντ έναν εκ των σπουδαιοτέρων πυλώνων της. Η Εκκλησία της Αντιοχείας είναι μία και ενιαία, με το αίσθημα των Ιερών Μητροπόλεων της Διασποράς ότι ανήκουν πλήρως στα Μητρώα Εδάφη, και με το αίσθημα των Ιερών Μητροπόλεων των Μητρώων Εδαφών ότι η προέκτασή τους βρίσκεται στη Διασπορά. Είναι η Εκκλησία της Αντιοχείας, η οποία δεν λησμονεί ποτέ την ιστορική της καρδιά και την αυθεντική της παρουσία στην Αντιόχεια και τα περίχωρά της, στην Ταρσό, τα Άδανα, τη Μερσίνη, την Κιλικία και τις λοιπές περιοχές της νοτίου Τουρκίας.
Η δε Εκκλησία του Χριστού είναι μία ενιαία κοινωνία, όπου η συνοδικότητα δεν αποτελεί ένα άκαμπτο τελετουργικό, αλλά τουναντίον μια βιωμένη πραγματικότητα και μία κοινή πορεία που βιώνεται σε πολλαπλά επίπεδα. Και η Ιερά Σύνοδος αποτελεί το επιστέγασμα αυτής της πορείας.
Με αυτήν την ελπίδα, παρακαλούμε τον Κύριο των οικτιρμών και Πατέρα των Φώτων να ευλογήσει άπαντας ημάς και να φωτίσει τις καρδιές μας με το άπλετο φως Του, ώστε οι εργασίες της παρούσης Συνόδου να αποβούν καρποφόρες, διά της Χάριτος Αυτού, του Ευλογητού εις τους αιώνας. Αμήν.
